γρατσουνίζω


γρατσουνίζω
[грацунизо] р. царапать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γρατσουνίζω" в других словарях:

  • γρατσουνίζω — γρατσ(τζ)ουνίζω, γρατσ(τζ)ούνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

  • κατακνίζω — (Α) 1. κόβω σε μικρά τεμάχια, κατακομματιάζω 2. ξύνω δυνατά 3. χαράζω («ξύλα καὶ λίθους τραχύνουσι κατακνίζοντες», Διοκλ.) 4. κεντώ, γρατσουνίζω («κατακνίσω τὸν πόδα», Λουκ.) 5. παθ. κατακνίζομαι είμαι ερεθισμένος («ἐγὼ δὲ κατακέκνισμαι», Αριστοφ …   Dictionary of Greek

  • κατακνώ — κατακνῶ, άω (Α) 1. ξύνω και κόβω σε τεμάχια 2. κεντώ, γρατσουνίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + κνῶ «ξύνω, γρατσουνίζω»] …   Dictionary of Greek

  • περιαμύσσω — αττ. τ. περιαμύττω, Α κάμνω αμυχές σε όλα τα μέρη κάποιου, γρατσουνίζω κάποιον παντού. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ἀμύσσω «ξεσχίζω, γρατσουνίζω»] …   Dictionary of Greek

  • τσουγγρανίζω — και τσουγκρανίζω και τζουγγρανίζω και τζουγκρανίζω και τσαγ Υρουνίζω και τσαγκρουνίζω και τζαγκουρνίζω και ζουγκρανίζω Ν 1. καθαρίζω με την τσουγγράνα 2. γρατσουνίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < γρατσουνίζω / γρατσουνώ] …   Dictionary of Greek

  • zgrepţăna — ZGREPŢĂNÁ, zgreápţăn, vb. I. (pop.) 1. intranz. A zgâria, a râcâi (cu ghearele). ♦ refl. (reg.) A se scărpina. ♦ tranz. A ara la suprafaţă, a zgâria pământul. 2. refl. A se căţăra, agăţându se cu ghearele. ♦ A se agăţa, a se prinde de ceva. – et …   Dicționar Român

  • αγρατζούνιστος — η, ο και αγρατζούνιγος και αγρατσούνιστος και αγρατσούνιγος και αγρατσάνιστος αυτός που δεν γρατζουνίστηκε, αυτός που δεν έπαθε γδαρσίματα, αμυχές. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + γρατζουνιστός ή γρατσουνιστός ή γρατσανιστός < γρατζουνίζω ή… …   Dictionary of Greek

  • αδαχώ — ἀδαχῶ ( έω) (Α) ξύνω με τα νύχια μου, γρατσουνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντί *ὀδαχῶ < επίρρ. ὀδὰξ* (= δαγκώνοντας, με τα δόντια), με προληπτική αφομοίωση τού ο προς το α η δασύτητα (χ αντί κ) αναλογική (ρηματ. τύποι σε ξω, ξα μπορεί να ανάγονται σε… …   Dictionary of Greek

  • γρατσουνοβολώ — ( άω) και λόγω ( άω) γρατσουνίζω συνεχώς …   Dictionary of Greek